Τα Άνω Μούσουρα ή Μούσουρα είναι ορεινό χωριό του νομού Αιτωλοακαρνανίας υψόμ. 583 μέτρα , Ο τροπαιούχος νομπελίστας μας Γ. Σεφέρης, κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, το 1963, στην καθιερωμένη ομιλία, έδωσε έναν εξαίσιο ορισμό της πατρίδας μας. «Ανήκω» έλεγε, «σε μια μικρή χώρα. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στην Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τους αγώνες του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου» - .
ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΧΕΙ ΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ
Ο Αράκυνθος είναι κατάφυτος από κέδρα και πουρνάρια. Ανάμεσα τους ζουν αγριογούρουνα, ελάφια, σκίουροι, χελώνες και άλλα άγρια ζώα. Επίσης αρκετά είδη ερπετών και πτηνών όπως ο αετός. Για την μεγάλη του οικολογική σημασία, ο Αράκυνθος μαζί με το φαράγγι της Κλεισούρας είναι ενταγμένος στο δίκτυο Φύση 2000
Στη δυτική πλευρά του Αράκυνθου είναι χτισμένο το χωριό Συβίστα (μέχρι το 1928) που μετονομάστηκε σε Ελληνικά Σήμερα αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Μεσολογγίου με 480 κατοίκους (2001),και απαρτίζεται απο δύο οικισμούς τα Ελληνικά σε υψόμετρο 720μέτρα, 216 κατοίκους και τα Κάτω Ελληνικά σε υψόμετρο 560μέτρα , 264 κατοίκους.
Το 1912, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.
Μια πίκρα Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα κοντά στ’ ακρογιάλι, στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη. Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει, και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι, στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα: Να ζούσα και πάλι Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη. Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου, δεν γνώρισα κι άλλη: Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη. Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο κοντά μου και πάλι τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη. Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε, μια πίκρα μεγάλη, και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι. Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου και ποια ανεμοζάλη, που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες, πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι, Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη, μια πίκρα μεγάλη, η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι. (Καημοί της Λιμνοθάλασσας)
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο· το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη· η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει: «Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».
III
«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία, γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».
Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει· αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει; Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται, κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται· και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο, τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο, βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα, τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·
τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο, τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
IV
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.
V
. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,
και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ' αστέρια. Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε, κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε: «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,
πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».
VI
- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου· πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».
-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω: Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.
Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: "Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε". Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.
Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει". Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της. Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' ονειρό της.
Και μία είπε: "Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή".
Και μία δεύτερη είπε:
Εγώ 'δα δάφνες. - Κι εγώ φως ..............................
- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.
Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: "Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού 'χε ξεψυχήσει.
Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα. Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ'εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ' εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».
VIII
Και συχνά του 'π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,
μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.
Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».
IX
Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σα νά 'τανε βγαλμένη,
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.
XII
Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα, που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα· κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια, της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια· τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα, τα γόνατα και τα σπαθιά τα 'ματοκυλισμένα.
ΑΠΟ ΤΟ Γ' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
I
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη 'ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ' ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.
II
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.